11. Ο γυρισμός
Όταν γυρίσω στην Θεσσαλονίκη – σκέφτομαι –
θα επισκεφτώ την γιαγιά,
εκεί στην ήσυχη γωνία της στο νεκροταφείο
και θα κουβεντιάσω μαζί της κάποια παλιά σκοτεινή υπόθεση.
Λίγο πιο πέρα ο πατέρας και η μάνα κοντά ο ένας στον άλλο
– για να μπορούν να ανταμώνουν τα βράδια* –
θα χαμογελάσουν και θα συγχωρήσουν
για άλλη μια φορά τα αμέτρητα λάθη μου.
Θα τριγυρίσω όλα τα παλιά στέκια
θα βγω τη νύχτα να περπατήσω μόνος εκεί στην παραλία
– που θα’ ναι πνιγμένη στην ομίχλη –
όπως τότε που αναζητούσα με πάθος το Όνειρο,
θα κρυφτώ εκεί στις σκοτεινές αίθουσες που άφησα
κάποιες αρρωστημένες φαντασιώσεις,
θα περπατήσω στο δρόμο με τους φανοστάτες,
που μάταια προσπαθούσαν να φωτίσουν τους φόβους μου,
θα συναντήσω τους παλιούς μου φίλους για ν’ αλητέψουμε και πάλι μαζί.
Μα σαν γυρίζω…
μπαίνω στο δωμάτιο μου,
– εκεί που κρυβόμουνα για να κλάψω
χωρίς ποτέ να μάθω γιατί έκλαιγα –
κάθομαι για ώρες ατελείωτες
και ταξινομώ τις αναμνήσεις μου σε κάδρα στους τοίχους.
Όχι δεν μου περισσεύει χρόνος για τίποτα,
μα για απολύτως τίποτα άλλο.
Προσπαθώ μάταια να θυμηθώ την λεπτομέρεια
που πέρασε απαρατήρητη
και δεν μπόρεσα ποτέ να ενηλικιωθώ.
* Τάσος Λειβαδίτης

Leave a Reply