8. Εκεί που οι δρόμοι δεν έχουν όνομα
Εκεί που οι δρόμοι δεν έχουν όνομα,
περπατούν σκιές χωρίς πρόσωπο.
Κάποτε ήταν ποιητές, εργάτες, αγρότες, εραστές,
τώρα κρατούν στα χέρια τους μια φωτογραφία
με το πρόσωπο του αγαπημένου τους
και ένα ρολόι χτυπάει μέσα τους την ώρα της συνάντησης.
Μιλάνε με τα βήματά τους, σταθερά, συνεχή, μονότονα.
Εδώ δεν υπάρχουν σπίτια μα ένας παλιός σταθμός
που δεν φτάνουν ποτέ τα τραίνα,
μονάχα κάτι γράμματα χωρίς παραλήπτη
και τα λυπημένα μάτια ενός παιδιού που μεγάλωσε περιμένοντας.
Η σιωπή τους, φωνάζει πιο δυνατά από κάθε επανάσταση.
Μια γριά κάθεται στην άκρη του ονείρου,
τρίβει με υπομονή ένα κομμάτι ουρανού για να λάμψει στο σκοτάδι,
τα σπίτια είναι άδεια, μόνο η ανάσα μιας λυπημένης μουσικής
τριγυρνά στα δωμάτια,
σαν την σκιά ενός παιδιού που δεν έμαθε ποτέ να μιλά.
Ο Θεός, πολλά χρόνια πριν, πέρασε από εδώ φορώντας ένα παλιό παλτό,
ένα πλατύγυρο καπέλο και κρατούσε μια βαλίτσα γεμάτη αγάπη.
Την άφησε ψηλά σε ένα λόφο, την πήρε ο άνεμος, την έκανε χιόνι.
Τώρα, κάθε που χιονίζει μες στις καρδιές μας,
θυμόμαστε εκείνη την βαλίτσα, που θα μπορούσε να μας σώσει,
αν τολμούσαμε να την ανοίξουμε.
Γιατί εκεί που οι δρόμοι δεν έχουν όνομα,
η αγάπη είναι μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ
κι όμως κάθε βράδυ την ψιθυρίζουμε σαν προσευχή
που δεν τολμούμε να την πιστέψουμε,
εκεί,
στους αφιλόξενους δρόμους που περπατάμε ξυπόλυτοι
πάνω στις πέτρες, που ρίχναμε στην αγάπη.

Leave a Reply