14. Πόλη με εκτυφλωτικό φως
Σ αυτήν την πόλη οι φανοστάτες στέκουν σαν να έχουν άδεια μάτια.
Κάνεις τους δε βλέπει, κανείς τους δε ρωτά.
Βλέπουμε μόνο ότι μας συμφέρει, ξεχνάμε ότι μας πονά.
Η νύχτα βάφει μολυβί τις προσόψεις των πολυκατοικιών,
εκεί που τα όνειρα ξεραίνονται σαν σκισμένες αφίσες
ξεχασμένες σε τοίχους που μυρίζουν υγρασία.
Εδώ οι δρόμοι γεμίζουν από παλιά φαντάσματα,
σκιές συντρόφων που βαδίζουν ξυστά στους τοίχους,
μη τυχόν τους θυμηθούν τα φώτα και τους φωτίσουν.
Στις πλατείες οι σκιές μαζεύονται σαν πεινασμένα σκυλιά
για μια είδηση, για ένα βλέμμα, για μια απάντηση
που ποτέ δεν έρχεται.
Η πόλη ακόμα και αν σωπαίνει, αν έχει τυφλά φώτα,
κρατά στις ρωγμές της τα μυστικά των ανθρώπων.
Εκείνα τα χαμόγελα που χαρίστηκαν στα κρυφά,
τα γράμματα που στάλθηκαν και μιλούσαν για την χαμένη ελπίδα,
για την χωρίς ανταπόκριση αγάπη,
τις επίμονες φωνές που ψιθυριστά έκαναν το σκοτάδι λιγότερο βαρύ.
Ίσως σύντομα θα ‘ρθει μια μέρα
που τα φώτα θα θυμηθούν
την ομορφιά μιας αγκαλιάς,
την προσμονή ενός βήματος που επιστρέφει,
την δύναμη που κρύβουν δυο βλέμματα σαν συναντιόνται
στην άκρη της νύχτας.
Και τότε μέσα απ’ τη ρωγμή του πιο πυκνού σκοταδιού,
να ανθίσει ξανά ένα φως που να βλέπει.
Όταν η πόλη με τα τυφλά της φώτα αποκοιμηθεί,
ας κρατήσουμε μέσα μας μια σπίθα
απ’ το ανείπωτο και το απρόσμενο,
γιατί κάπου μέσα μας, ενώ το σκοτάδι μάς κυκλώνει
κρύβεται το φως,
που μας έμαθε να ελπίζουμε, να αγαπάμε,
τις πόλεις με εκτυφλωτικό φως…

Leave a Reply