4. Απελπισμένη ισορροπία-Η κραυγή της πεταλούδας

By

4. Απελπισμένη ισορροπία

Ήταν μια ατέλειωτη ερημική νύχτα του Δεκέμβρη,

με ένα αστραφτερό γυάλινο κρύο

και ένα πελώριο χλωμό φεγγάρι να καθρεφτίζεται          

μέσα σε μια νεκρή θάλασσα.

Πρέπει να γυρίσω σπίτι σκέφτηκα ανατριχιάζοντας.

Έβγαλα λοιπόν το κόκκινο καπέλο και μάζεψα μέσα το έκπληκτο φεγγάρι,

πέταξα τα λευκά μου παπούτσια στη θάλασσα

και σκέπασα με το γκρι πανωφόρι μου όλους τους ψίθυρους της νύχτας.

Άρχισα να περπατώ στην άκρη της προκυμαίας

ισορροπώντας ανάμεσα στο όνειρο και τις αναμνήσεις,

κάτω από έναν άδειο ουρανό

με τα χέρια απλωμένα για να θυμίζω σε όλους πως ήμουν άοπλος.

Όταν ύστερα από χρόνια έφτασα σπίτι,

ανακάλυψα με τρόμο πως το όνειρο είχε τελειώσει αμετάκλητα

και οι αναμνήσεις είχαν ξεθωριάσει στα χειρόγραφα

δίπλα στο σταματημένο ρολόι του μπαμπά.

Κανείς δεν ήταν εκεί,

μονάχα ένας άγγελος τριγυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο

και στα χέρια του κρατούσε το κλάμα ενός παιδιού.

Κανένας λυγμός δεν ξέσκισε το στήθος μου

ούτε η λύπη αντάμωσε τα δάκρυά μου,

τα βήματά μου σκόνταφταν σε παλιές φωτογραφίες στους τοίχους

και σε ξεχασμένες ημερομηνίες που σέρνονταν στο πάτωμα.

Θλίψη και ερημιά του νου.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου,

είδα πως τα φώτα στα γύρω σπίτια είχαν σβήσει,

οι άνθρωποι κοιμόταν,

“γιατί είχαν βρει ένα πιάτο φαΐ, γυναίκα, παιδιά, μια ιδέα στεγανή

και ένα θεό όπως τον ζητούσαν, στα μέτρα τους.”*

Τώρα ξανά στο δρόμο, ενώ η Τροία φλέγεται,

μαζί με αδειανές ψυχές και τρομαγμένα πρόσωπα

για όσα λάθη κάναμε, για όσα αφήνουμε πίσω,

σε μια απελπισμένη ισορροπία ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Αναζητώντας μια νέα πατρίδα, ένα καινούργιο σπιτικό.

Posted In ,

Leave a Reply

Discover more from priamosart

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading