22. Το νεκροταφείο
Τρέχαμε ξέγνοιαστοι να γνωρίσουμε τόπους νέους,
ανέμελοι για λίγες στιγμές,
προσπαθούσαμε να σπάσουμε την ανία
και την μονότονη επανάληψη που γέμιζαν τις μέρες μας,
ζώντας σε ένα κόσμο γεμάτο με συνηθισμένες ιστορίες.
Αναζητούσαμε σαν δραπέτες ιστορίες απροσδόκητες,
σε κελιά ντυμένα με λόγια τρυφερά και μυστικά αγγίγματα
και ήταν εκεί στη στροφή του δρόμου που η αλήθεια μάς πρόσμενε,
– ένας τόπος γεμάτος λευκούς σταυρούς –
γεμάτος απ` όσους αμετάκλητα πήδηξαν έξω απ` την ματαιότητα.
Το νιώσαμε σαν χαστούκι καταπρόσωπο
και όμως εμείς στρέψαμε απ` την άλλη μεριά το βλέμμα μας
γεμάτοι ψευδαισθήσεις
πως ο κόσμος που αναζητούσαμε υπάρχει,
πως το νεκροταφείο ήταν ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στο θάμπος του μεσημεριού.
Μόνο που στο ελάχιστο διάστημα απ` την αμηχανία
μέχρι το ξαναβύθισμα στο όνειρο,
νιώσαμε το θρόισμα της ματαιότητας ν’ αγγίζει τις καρδιές μας.
Στο βάθος, η Τροία φλεγόταν…

Leave a Reply