27. Όνειρο
Το πρόσωπο μου αλλάζει καθώς κοιτάω τον καθρέφτη.
Κάποιος δίπλα μού φωνάζει
’’πρέπει να σοβαρευτείς τώρα Φίλιππα, είσαι νεκρός ’’
γυρίζω έντρομος
’’σταματά τ’ αστεία, πως μπορώ να βγω από δω;’’
’’Να βγεις και να πας πού;’’ με ρωτά γελώντας ειρωνικά
ένα πένθιμο γεροντάκι από έναν πίνακα στον τοίχο.
Τον κοιτάζω μ’ απορία…
Ύστερα σηκώνομαι,
διπλώνω σε μια παλιά εφημερίδα τους εφιάλτες μου
και σκουπίζω το πτώμα μου από τον καθρέφτη.
Ο φωταγωγός έχει γεμίσει κραυγές,
Οι τοίχοι έχουν ραγίσει και απ’ τις σχισμές πρόσωπα βουβά
προσπαθούν να επικοινωνήσουν με νοήματα.
Πρέπει να βρω ένα τρόπο να σταματήσω το χρόνο να κυλάει
γιατί αλλάζει τα πάντα στο πέρασμα του,
δεν μ’ αφήνει περιθώρια να αξιολογήσω τις σκέψεις μου.
Ανοίγω την πόρτα και το σπίτι πίσω μου ανασαίνει.
“Ελθών εις εαυτόν” βγαίνω στον δρόμο,
Ένας άγνωστος παίζει στο παλιό του βιολί,
με δανεικές νότες τις φαντασιώσεις του.
Κάθομαι στην άκρη τόσο θλιμμένος
που δεν νοιώθω την παρουσία Σου,
’’ας μην ταράζεται η καρδιά σου έχε μου εμπιστοσύνη’’
μου ψιθυρίζεις και κάθεσαι δίπλα μου.
’’Κύριε δείξε μου το δρόμο, νοιώθω χαμένος.’’ ψελλίζω.
“Τόσον καιρό είμαι μαζί σου Φίλιππα
και ακόμα δεν με γνώρισες”, μου λες.
Σηκώνομαι και σ’ ακολουθώ με την βεβαιότητα
πως μαζί σου θα βρω τη χαμένη μου ψυχή.

Leave a Reply