6. Στο δρόμο
Στο δρόμο για το σπίτι είδα,
ένα γέρο να προσεύχεται μπροστά σε μια πόρτα κλειστή,
έναν άγγελο να περιμένει αιώνες σε ένα εγκαταλειμμένο σταθμό,
με ένα ληγμένο εισιτήριο στο χέρι,
μια γυναίκα να αγκαλιάζει σφικτά ένα παιδί,
λες και ήταν το τελευταίο της όνειρο,
έναν ταξιδευτή με τα χέρια στις τσέπες να σφίγγει
έναν αναστεναγμό, μια λέξη, ένα χαμένο όνειρο.
Στο δρόμο για το σπίτι έπεφτε,
μια σιωπή σαν παλιό νοτισμένο πανωφόρι στους ώμους μου,
το χώμα μύριζε την πρωινή βροχή και στο βάθος ακούγονταν
παιδικά γέλια και φωνές.
Οι λάμπες του δρόμου τρεμόσβηναν, όχι από τον άνεμο,
μα σαν αναστεναγμός που δεν έβρισκε στόμα για να βγει.
Ακούγονταν βήματα, όχι δεν ήταν τα δικά μου,
μα του Πατέρα που ερχόταν να με ανταμώσει.
Αλήθεια, πόσα σπίτια κατοικούνται από σιωπές;
Πόσες νύχτες γίνονται από πράγματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ;
Θέλω να γυρίσω στο σπίτι,
εκεί που αφήνουμε τα παπούτσια μας έξω
για να μη λερώσουμε την ψυχή μας,
εκεί που το ψωμί μυρίζει πατρίδα,
εκεί που δεν υπάρχουν νικητές και χαμένοι,
εκεί που ο Πατέρας λέει δυο κουβέντες,
ανοίγει την αγκαλιά του
και γαληνεύει ο κόσμος όλος.
Να γυρίσω,
πριν ο χρόνος φορέσει τα παπούτσια μου και φύγει χωρίς εμένα…

Leave a Reply